Τέλος στην εργασιακή «γαλέρα»
Με μια ομιλία «εκτός κειμένου» και με σαφή διάθεση δημόσιας αυτοδέσμευσης, ο Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, έδωσε το «παρών» στην ημερίδα του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ. Κεντρικό θέμα της εκδήλωσης ήταν η αντιμετώπιση των SLAPPs (Στρατηγικών Αγωγών ενάντια στη δημόσια συμμετοχή), ενός φαινομένου που χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα ως μοχλός πίεσης και εκφοβισμού εναντίον της ελευθεροτυπίας.
Ο κ. Μαρινάκης επέλεξε να μιλήσει σε έναν χώρο που, όπως τόνισε, νιώθει πλέον οικείο μετά από τρία χρόνια στο συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο, εξαίροντας τον ιδιαίτερα διεκδικητικό χαρακτήρα της ΕΣΗΕΑ, ο οποίος —όπως σημείωσε— φέρνει τελικά και τα μεγαλύτερα αποτελέσματα.
Το τέλος της εργασιακής ασυδοσίας και τα Μητρώα Τύπου
Ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος προχώρησε σε έναν απολογισμό των νομοθετικών πρωτοβουλιών της κυβέρνησης, τονίζοντας ότι η λογοδοσία απαιτεί αυστηρά χρονοδιαγράμματα. Ανακοίνωσε ότι μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες ψηφίζεται η ρύθμιση για τα περιφερειακά κανάλια, ενώ ακολουθεί στο επόμενο Υπουργικό Συμβούλιο η ρύθμιση για τις άδειες των ραδιοφωνικών σταθμών, κλείνοντας έτσι εκκρεμότητες 30 ετών.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην εξυγίανση του εργασιακού τοπίου στα ΜΜΕ μέσω των Μητρών Έντυπου και Ηλεκτρονικού Τύπου, βάζοντας μια «κόκκινη γραμμή» με το παρελθόν:
«Κανείς πλέον δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους “γαλέρας” και στο όνομα της λειτουργίας ενός ομίλου να χρησιμοποιεί έναν εργαζόμενο σε πολλά διαφορετικά μέσα με τον ίδιο ακριβώς μισθό. Όποιος δεν σέβεται το εργατικό δίκαιο, μένει εκτός Μητρώου και δεν παίρνει ούτε ένα ευρώ από την κρατική διαφήμιση.»
SLAPPs: Θωράκιση χωρίς όμως να καταργηθεί το δικαίωμα στη Δικαιοσύνη
Περνώντας στο φλέγον ζήτημα των καταχρηστικών αγωγών (SLAPPs), ο κ. Μαρινάκης υπενθύμισε ότι η σημερινή κυβέρνηση έχει ήδη καταργήσει το αδίκημα της απλής δυσφήμισης, το οποίο αποτελούσε τη νομική βάση για πολλές από αυτές τις διώξεις. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη λειτουργία του Κέντρου Ασφάλειας Δημοσιογράφων και της σχετικής Task Force, πρωτοβουλίες που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ως βέλτιστες πρακτικές.
Ωστόσο, ο κ. Μαρινάκης θέλησε να κρατήσει μια ισορροπία, ξεκαθαρίζοντας ότι η νέα νομοθεσία δεν θα στερήσει από κανέναν πολίτη το δικαίωμα να προστατεύσει την τιμή και την υπόληψή του αν θίγεται:
- Το νέο «φίλτρο»: Εισάγεται ένα επιπλέον στάδιο στην προδικαστική διερεύνηση.
- Το οικονομικό ρίσκο των εναγόντων: Αν μια αγωγή απορριφθεί επί της ουσίας, ο ενάγων θα καλείται να πληρώσει ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για την ταλαιπωρία που προκάλεσε στον δημοσιογράφο.
«Διαλέγουμε για ποιους θα διαμαρτυρηθούμε» – Αιχμές για την πολιτική υποκρισία
Στρέφοντας τα βέλη του προς το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα, ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος έκανε λόγο για υποκρισία στον δημόσιο διάλογο. Ανέφερε ως παράδειγμα την πρόσφατη, ξαφνική αντικατάσταση δημοσιογράφου από κεντρικό δελτίο περιφερειακού καναλιού, για την οποία —όπως σημείωσε— δεν δέχθηκε ούτε μία ερώτηση κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, παρά το γεγονός ότι άφηναν αιχμές οι σχετικές δηλώσεις. «Διαλέγουμε τα θέματα που θα σηκώσουμε», σχολίασε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, μοιράστηκε ένα προσωπικό βίωμα από τα πρώτα του βήματα ως ασκούμενος δικηγόρος, περιγράφοντας πώς ένας κατηγορούμενος σε υπόθεση μεγάλου δημόσιου ενδιαφέροντος (στην υπόθεση Βατοπεδίου) διασύρθηκε στα πρωτοσέλιδα, αλλά η μετέπειτα ουσιαστική απαλλαγή του πέρασε στα «ψιλά» ως μονόστηλο.
Η πρόκληση του μέλλοντος: Ταυτοποίηση χρηστών στο διαδίκτυο
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο Παύλος Μαρινάκης υπογράμμισε ότι η θωράκιση του Τύπου πρέπει να συμβαδίζει με την εποχή μας. Έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τα «τέρατα» που αποκαλύπτονται πίσω από ανώνυμα προφίλ στο διαδίκτυο, τα οποία δεν ελέγχονται όπως τα θεσμοθετημένα ΜΜΕ, με αποτέλεσμα να παραπλανούν την κοινή γνώμη και να απειλούν ακόμα και εθνικά συμφέροντα.
Στο πλαίσιο αυτό, επανέφερε την πρόταση για την υποχρεωτική ταυτοποίηση κάθε χρήστη στα social media, ώστε οι πλατφόρμες που λειτουργούν εντός ευρωπαϊκού πλαισίου να γνωρίζουν την πραγματική ταυτότητα πίσω από κάθε λογαριασμό και, σε περίπτωση τέλεσης ποινικού αδικήματος, η Δικαιοσύνη να μπορεί να παρέμβει άμεσα.