Home ΑπόψειςΑκρίβεια-σοκ πνίγει την Αττική: 8 στους 10 στο «κόκκινο» — Συναγερμός από τη μεγάλη έρευνα Pulse για το Ε.Ε.Α.
Ακρίβεια-σοκ πνίγει την Αττική: 8 στους 10 στο «κόκκινο» — Συναγερμός από τη μεγάλη έρευνα Pulse για το Ε.Ε.Α.

Ακρίβεια-σοκ πνίγει την Αττική: 8 στους 10 στο «κόκκινο» — Συναγερμός από τη μεγάλη έρευνα Pulse για το Ε.Ε.Α.

by Χρήστος Δημητριάδης
0 comments

Ακρίβεια-σοκ πνίγει την Αττική

Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ φέρνει στο προσκήνιο τα ευρήματα μιας έρευνας που λειτουργεί σαν βαρόμετρο για τη δημόσια συζήτηση και τον προσανατολισμό της οικονομικής πολιτικής. Η νέα πανεξήγηση της πραγματικότητας από την PULSE RC, για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών (Ε.Ε.Α.), σκιαγραφεί με σαφήνεια μια κοινωνία υπό παρατεταμένη πίεση: η ακρίβεια εξακολουθεί να συνιστά το θεμελιώδες άγχος των νοικοκυριών και της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, ροκανίζοντας διαθέσιμα εισοδήματα, ανατρέποντας καταναλωτικά πρότυπα και συμπιέζοντας προσδοκίες.

Με δείγμα 832 ενηλίκων στην Περιφέρεια Αττικής και συλλογή στοιχείων μεταξύ 14–20 Ιουλίου 2026, η έρευνα συνδυάζει τηλεφωνικές και διαδικτυακές συνεντεύξεις, σταθμισμένες ως προς φύλο, ηλικία, περιοχή, τύπο συνέντευξης και εκλογική συμπεριφορά. Το στατιστικό σφάλμα κινείται στο ±3,4% για διάστημα βεβαιότητας 95%. Πίσω από αυτούς τους τεχνικούς δείκτες αναδύεται ένα συνεκτικό αφήγημα για την «πραγματική οικονομία»: 83% των ερωτηθέντων αξιολογεί την ακρίβεια ως «αρκετά ή πολύ σημαντικό» πρόβλημα, 63% ανησυχεί πρωτίστως για τις τιμές στα βασικά αγαθά (τρόφιμα, αγορές στο σούπερ μάρκετ), ενώ 66% δηλώνει ότι θα κάνει φέτος λιγότερες ή καθόλου διακοπές λόγω οικονομικών δυσκολιών. Παράλληλα, 59% θεωρεί σε «σωστή κατεύθυνση» τα επιδόματα για ευάλωτους, και μεταξύ των αυτοαπασχολούμενων 60% βλέπει θετικά τη ρύθμιση 72 δόσεων για ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Αυτές οι αριθμητικές ενδείξεις αποκτούν πολιτικοκοινωνικό βάρος όταν συνδυάζονται με τον παγιωμένο δείκτη απαισιοδοξίας για την πορεία της ελληνικής οικονομίας στην Αττική: οι απαισιόδοξοι παραμένουν πλειοψηφία (61%) έναντι των αισιόδοξων (36%), σε εικόνα σχεδόν αμετάβλητη σε σχέση με δύο χρόνια πριν. Η κοινωνία, με άλλα λόγια, δεν βιώνει την ακρίβεια ως παροδικό φαινόμενο αλλά ως νέα «κανονικότητα» που αναδιανέμει προτεραιότητες και υπονομεύει την αίσθηση προοπτικής.

Η γεωγραφία της ακρίβειας και η καθημερινότητα των πολιτών

  • Βασικά αγαθά στο κόκκινο: Η καθημερινή τριβή με το κόστος διατροφής και τις δαπάνες του σούπερ μάρκετ αναδεικνύεται στον κορυφαίο παράγοντα ανησυχίας (63%). Η εικόνα αυτή συμφωνεί με τις αποσπασματικές μαρτυρίες της αγοράς: οι καταναλωτές «σπάνε» τα καλάθια, μειώνουν ποσοτικά αγορές ή στρέφονται σε φθηνότερα υποκατάστατα, αναζητώντας προσφορές και ιδιωτικές ετικέτες.
  • Ενέργεια: Δεύτερος άξονας ανησυχίας είναι το ενεργειακό κόστος (ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα, θέρμανση), που παραμένει ψηλά, έστω με ήπια υποχώρηση από παλαιότερα κύματα αυξήσεων. Η επίδραση είναι έμμεση αλλά διαβρωτική: ενέργεια σημαίνει μεταφορές, ψύξη-θέρμανση, παραγωγή — άρα ντόμινο τιμών.

Το νοικοκυριό προσαρμόζεται. Οι πολίτες τεμαχίζουν δαπάνες διασκέδασης και ένδυσης, μεταθέτουν αγορές διαρκείας, αναπροσαρμόζουν συνδρομές. Δείκτης-συμπύκνωση αυτής της «οικονομίας της ανάγκης» είναι οι θερινές διακοπές: 43% δηλώνει «ίδιες μέρες», αλλά 25% «λιγότερες» και 24% «καθόλου». Για τα νοικοκυριά που κόβουν ή περιορίζουν, οι αιτίες είναι ξεκάθαρες: γενικές οικονομικές δυσκολίες (66%) και κόστος διαμονής (16%). Ο ελληνικός Αύγουστος, ισχυρό σύμβολο κοινωνικού ρυθμού, μετατρέπεται έτσι σε καθρέφτη των ανισοτήτων πρόσβασης στην αναψυχή.

Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα στο πεδίο βολής

Το βλέμμα της έρευνας εστιάζει και στη ραχοκοκαλιά της οικονομίας: επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι, μικροί επιχειρηματίες. Η συνολική ιεράρχηση προβλημάτων τους μοιάζει με του γενικού πληθυσμού, αλλά η ένταση είναι μεγαλύτερη. Οι αυτοαπασχολούμενοι αξιολογούν «πιο αυστηρά» τα επιμέρους θέματα· σε αυτούς συνυπάρχουν οι ρόλοι του καταναλωτή και του παραγωγού υπηρεσιών/αγαθών, με διπλή έκθεση στις αυξήσεις τιμών και στις πιέσεις ζήτησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αποδοχή πολιτικών «ανακούφισης» έχει ιδιαίτερο νόημα. Η αξιολόγηση ως «θετικής» της ρύθμισης 72 δόσεων από 6 στους 10 αυτοαπασχολούμενους δεν είναι ένδειξη ευφορίας, αλλά σήμα ρεαλισμού: η ρευστότητα είναι σφιχτή, οι υποχρεώσεις σωρευμένες, τα περιθώρια λάθους μικρά. Παρόμοια, το 59% που βλέπει σε «σωστή κατεύθυνση» τα επιδόματα για ευάλωτους αναγνωρίζει μια ασπίδα σε όσους κινδυνεύουν με κοινωνικό αποκλεισμό — αλλά, όπως σημειώνει και η δήλωση του προέδρου του Ε.Ε.Α. Γιάννη Χατζηθεοδοσίου, «οι περισσότεροι από αυτούς κρίνουν ότι χρειάζονται κι άλλα». Η κοινωνική αποδοχή συνδυάζεται με απαίτηση για επάρκεια και διάρκεια.

Ο δείκτης αισιοδοξίας-απαισιοδοξίας: Σταθερότητα που ανησυχεί

Η στασιμότητα των προσδοκιών είναι η πιο δύσκολη είδηση. Ο λόγος δεν είναι απλώς ότι οι απαισιόδοξοι (61%) υπερτερούν σαφώς των αισιόδοξων (36%), αλλά ότι αυτό το ισοζύγιο μοιάζει να «κολλάει» στο χρόνο. Όταν οι πολίτες δεν βλέπουν ορίζοντα αποκλιμάκωσης του κόστους ζωής ή επιτάχυνσης της πραγματικής ανάπτυξης που να μεταφράζεται σε μισθούς και ευκαιρίες, μετριάζουν κατανάλωση, επενδύσεις, κινητικότητα. Η προσδοκία γίνεται συμπεριφορά — και η συμπεριφορά, μακροοικονομικό αποτέλεσμα.

Τι μας λένε τα ποσοστά για την πολιτική οικονομία

  • 83%: Σήμα προτεραιότητας. Η κυβέρνηση, οι ρυθμιστικές αρχές και οι κοινωνικοί εταίροι οφείλουν να ιεραρχήσουν την ακρίβεια ως το υπ’ αριθμόν ένα πεδίο παρέμβασης. Η αποσπασματική στοχοθέτηση χάνει το νόημά της μπροστά σε μια τόσο καθολική αγωνία.
  • 63%: Σούπερ μάρκετ και τρόφιμα ως «ζωτικός χώρος». Ο ανταγωνισμός στην αλυσίδα αξίας τροφίμων —από τους προμηθευτές έως τα ράφια— καθορίζει την κοινωνική αίσθηση δικαιοσύνης. Μικρές μεταβολές τιμών γίνονται αμέσως αντιληπτές.
  • 66%: Διακοπές ως δείκτης διανεμητικής πίεσης. Η κοινωνική συνοχή δεν μετριέται μόνο στο ΑΕΠ· μετριέται στην ισότιμη πρόσβαση στον ελεύθερο χρόνο και την ανάσα. Όταν οι διακοπές συρρικνώνονται για δύο στους τρεις, η οικονομία της καθημερινότητας βρίσκεται σε συναγερμό.
  • 59% και 60% (επιδόματα – 72 δόσεις): Αποδοχή με όρους ανάγκης. Οι πολίτες επιδοκιμάζουν τα δίχτυα ασφαλείας και τις γέφυρες ρύθμισης, αλλά η αποδοχή δεν υποκαθιστά μια στρατηγική μείωσης του δομικού κόστους.

Η δήλωση του προέδρου του Ε.Ε.Α. Γιάννη Χατζηθεοδοσίου λειτουργεί ως πολιτική επιτομή των ευρημάτων: «Η πίεση είναι ασφυκτική· χρειάζονται μέτρα άμεσης εφαρμογής — τώρα». Το μήνυμα έχει διπλή κατεύθυνση: αφενός προς την πολιτεία για στοχευμένες παρεμβάσεις που θα ανακουφίσουν το κόστος βίου και θα θωρακίσουν τους ευάλωτους· αφετέρου προς την αγορά για ενίσχυση της διαφάνειας, του ανταγωνισμού και της υπεύθυνης τιμολόγησης.

Τα αίτια πίσω από τους δείκτες

Η ακρίβεια δεν είναι μονόαιτιο φαινόμενο. Οι αλυσίδες εφοδιασμού εξακολουθούν να εμφανίζουν τριβές, το ενεργειακό μίγμα παραμένει εκτεθειμένο σε διεθνείς διακυμάνσεις, οι μισθολογικές αναπροσαρμογές δεν έχουν αντισταθμίσει πλήρως τα σοκ προηγούμενων ετών. Στο εγχώριο επίπεδο, η διαρθρωτική συγκέντρωση σε τμήματα της αγοράς περιορίζει την ένταση του ανταγωνισμού, ενώ η φορολογική επιβάρυνση και το διοικητικό βάρος αυξάνουν το τελικό κόστος παραγωγής και πώλησης.

Οι πολίτες, ωστόσο, δεν αποδομούν τεχνικά το φαινόμενο· το βιώνουν. Αυτό σημαίνει ότι τα μέτρα πολιτικής πρέπει να είναι αισθητά εκεί που πονάει η καθημερινότητα: στα ράφια, στους λογαριασμούς, στις μικρές υπηρεσίες, στο πετρέλαιο ή τη βενζίνη, στα ενοίκια και στα κοινόχρηστα. Η ψυχολογία του πληθωρισμού παίζει κρίσιμο ρόλο: όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται, προεξοφλούν ακριβότερο αύριο και αυτοπεριορίζονται σήμερα — σπρώχνοντας την οικονομία σε αδράνεια.

Πολιτικές ανάσες: τι μπορεί να γίνει, εδώ και τώρα

Με βάση τα ευρήματα και τη διεθνή εμπειρία, τέσσερις άξονες παρέμβασης ξεχωρίζουν:

  1. Στοχευμένη μείωση του κόστους στα βασικά αγαθά
  • Ενίσχυση ελέγχων και διαφάνειας στην αλυσίδα τροφίμων: ιχνηλασιμότητα τιμών από τον παραγωγό στο ράφι, δημοσίευση συγκριτικών δεικτών, κυρώσεις για καταχρηστικές πρακτικές.
  • Αναθεώρηση ΦΠΑ σε επιλεγμένα καλάθια βασικών προϊόντων για χρονικό διάστημα-γέφυρα, με ρήτρες μετακύλισης στην τελική τιμή και μηχανισμό ανάκτησης όπου δεν τηρείται.
  • Προώθηση ιδιωτικών ετικετών και εγχώριας παραγωγής σε κλάδους με υψηλή εισαγωγική εξάρτηση, ώστε να μειωθεί η ευπάθεια σε διεθνή σοκ.
  1. Ενέργεια με προτεραιότητα στην προβλεψιμότητα
  • Επέκταση εργαλείων σταθεροποίησης λογαριασμών για ευάλωτα νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις, με προσωρινά «πατώματα» και «οροφές» εντός δημοσιονομικού χώρου.
  • Κίνητρα μικρής κλίμακας για εξοικονόμηση (έξυπνοι μετρητές, μικρο-παρεμβάσεις σε κατοικίες και επαγγελματικούς χώρους), που έχουν γρήγορη απόδοση και χειροπιαστό όφελος.
  1. Ρευστότητα και ρυθμίσεις για τους μικρομεσαίους
  • Λειτουργική εφαρμογή και επικοινωνία της ρύθμισης 72 δόσεων, με σαφή κριτήρια, γρήγορες διαδικασίες, κίνητρα συνέπειας και αποφυγή αναβίωσης «κουλτούρας οφειλών».
  • Πρόσβαση σε μικροχρηματοδοτήσεις με απλοποιημένους όρους, για κεφάλαιο κίνησης και μικρές επενδύσεις ψηφιακού/ενεργειακού εκσυγχρονισμού.
  • Μείωση διοικητικών βαρών: ενιαία ψηφιακή πύλη διαδικασιών, τυποποίηση ελέγχων, σταθερότητα κανόνων.
  1. Κοινωνική προστασία με διάρκεια
  • Στοχευμένα επιδόματα για νοικοκυριά σε κίνδυνο — όχι μόνο ως εισοδηματική ενίσχυση, αλλά συνδεδεμένα με υπηρεσίες (π.χ. σχολικά γεύματα, ενισχυμένη φροντίδα ηλικιωμένων) που μειώνουν το κόστος ζωής.
  • Πολιτικές στέγασης για νέα ζευγάρια και εργαζόμενους σε υψηλών ενοικίων περιοχές της Αττικής, καθώς η στέγη αποτελεί πλέον τον «αόρατο» τρίτο πυλώνα της ακρίβειας.

Η «διπλή λογική» της κοινωνικής αποδοχής

Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι πολίτες δεν είναι αρνητικοί στις στοχευμένες κρατικές παρεμβάσεις — αντιθέτως, τις υποδέχονται ως εργαλείο ενδιάμεσης προστασίας. Όμως αυτή η αποδοχή προϋποθέτει δύο σταθερές: δικαιοσύνη (οι ενισχύσεις να κατευθύνονται σε αυτούς που πραγματικά τις χρειάζονται) και αποτελεσματικότητα (να παράγουν μετρήσιμο, αισθητό αποτέλεσμα). Αλλιώς, ο κοινωνικός κεφαλαιοποιητής των πολιτικών παρεμβάσεων αδρανοποιείται.

Η ευρωπαϊκή προοπτική και ο ελληνικός ρεαλισμός

Η Ελλάδα κινείται σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου η μάχη κατά της ακρίβειας έχει διττή φύση: νομισματική (συνέχιση/αναπροσαρμογή επιτοκιακής πολιτικής, διαχείριση πληθωριστικών προσδοκιών) και δημοσιονομική/ρυθμιστική (στοχευμένες ενισχύσεις, έλεγχοι, επενδύσεις σε ανθεκτικότητα). Η ελληνική ιδιαιτερότητα είναι η δομή της αγοράς, η έκταση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και η κληρονομιά μιας δεκαετίας περιορισμένης αγοραστικής δύναμης. Αυτό σημαίνει ότι οι λύσεις πρέπει να είναι «χειροποίητες»: βαθιά πρακτικές, διοικητικά εφαρμόσιμες και κοινωνικά νομιμοποιημένες.

Η Αττική ως καθρέφτης της χώρας

Ως μητροπολιτικό κέντρο με υψηλή συγκέντρωση πληθυσμού και επιχειρηματικής δραστηριότητας, η Αττική λειτουργεί ως επιταχυντής τάσεων: ό,τι καταγράφεται εδώ, τείνει να διαχέεται στην υπόλοιπη χώρα με μικρή υστέρηση. Η επίμονη απαισιοδοξία για την οικονομία, η καθολικότητα της ανησυχίας για τα τρόφιμα και το καλάθι του νοικοκυριού, η συμπίεση της θερινής ανάσας, η επιφυλακτική αποδοχή των μέτρων στήριξης — όλα αυτά συνθέτουν ένα υπόδειγμα πολιτικής προειδοποίησης. Αν η Αττική «στενάζει», η περιφέρεια θα νιώσει επόμενα κύματα πίεσης, συχνά με λιγότερα αντισταθμιστικά εργαλεία.

Ο ρόλος του Ε.Ε.Α.: Από τον καθρέφτη στη δράση

Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, με την παραγγελία της έρευνας και τη δημόσια ανάγνωση των ευρημάτων, κάνει ακριβώς αυτό που προσδοκά κανείς από έναν θεσμικό ενδιάμεσο της αγοράς: δίνει φωνή στη μικρομεσαία οικονομία και συγκροτεί τεκμηριωμένη ατζέντα. Η επιμονή του Ε.Ε.Α. για «μέτρα με άμεση εφαρμογή» δεν είναι ρητορική υπερβολή. Σημαίνει έναν πρακτικό κατάλογο κινήσεων που μπορούν να γίνουν χωρίς να διαρραγεί η δημοσιονομική σταθερότητα: εξορθολογισμός ΦΠΑ στοχευμένα, πάταξη πρακτικών αθέμιτης κερδοφορίας, διοικητική διευκόλυνση ρυθμίσεων, μικροχρηματοδοτήσεις με ασφαλιστικές δικλείδες, και κυρίως εμπιστοσύνη — σταθερότητα κανόνων και προβλεψιμότητα.

Η αγορά χρειάζεται σήματα συνέπειας όσο και ρευστότητας. Για μια μικρή επιχείρηση, η βεβαιότητα ότι θα έχει σταθερό φορολογικό και ρυθμιστικό πλαίσιο στους επόμενους 12–18 μήνες αξίζει όσο ένα χαμηλότοκο δάνειο. Για έναν αυτοαπασχολούμενο, η γνώση ότι μπορεί να ρυθμίσει τις οφειλές του χωρίς δυσβάσταχτη γραφειοκρατία είναι όρος επανεκκίνησης.

Κοινωνία υπό πίεση, κοινωνία με αντοχές

Η έρευνα της PULSE καταγράφει την πίεση αλλά αποτυπώνει και την ανθεκτικότητα. Παρά την ασφυκτική αίσθηση της ακρίβειας, σημαντικό τμήμα του πληθυσμού κρατά «ίδιες μέρες» διακοπών — μια πράξη μικρής κανονικότητας που λειτουργεί ως ψυχολογικό αντιστάθμισμα. Αντίστοιχα, η θετική (αν και συχνά επιφυλακτική) αξιολόγηση μέτρων στήριξης δείχνει ότι η κοινωνία αναγνωρίζει την πρόθεση, αλλά θέλει συνέχεια και συνέπεια.

Η ανθεκτικότητα, ωστόσο, δεν είναι ανεξάντλητη. Σε περιβάλλον διεθνών γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων —μεταξύ άλλων, η ένταση στη Μέση Ανατολή— οι κλυδωνισμοί μπορούν να πολλαπλασιαστούν. Όσο οι τιμές παραμένουν «αχαρτογράφητες», τόσο οι πολιτικές πρέπει να είναι «χαρτογραφημένες»: στοχευμένες, μετρήσιμες, λογοδοτούμενες.

Τι πρέπει να κρατήσουμε — το μήνυμα σε μία φράση

Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει την «τέλεια συγκυρία» για να αποκλιμακωθεί το κόστος ζωής. Ούτε μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στη δημοσιονομική γενναιοδωρία. Χρειάζεται μια συμμαχία πραγμάτων: θεσμική αποφασιστικότητα, αγορά με κανόνες, διοίκηση που «τρέχει», κοινωνικό κράτος που στηρίζει, και —κρίσιμο— ρεαλισμός σε προσδοκίες και χρονοδιαγράμματα.

Επίλογος με προοπτική

Το 83% που κραυγάζει «η ακρίβεια πονά» δεν είναι αριθμός — είναι προγραμματική εντολή. Το 63% που βλέπει τα τρόφιμα ως αγκάθι καθημερινό, ορίζει πού πρέπει να στοχεύσει η εργαλειοθήκη πολιτικής. Το 66% που κόβει διακοπές φωνάζει ότι η οριακή κατανάλωση συρρικνώνεται και μαζί της το οξυγόνο της μικρής οικονομίας. Το 59% και το 60% που «εγκρίνουν μεν, δεν αρκούνται δε» αποτυπώνουν το κοινωνικό συμβόλαιο των καιρών: βοήθεια ναι, αλλά με σχέδιο εξόδου από τη μόνιμη ανάγκη.

Η έρευνα της PULSE για το Ε.Ε.Α. δεν είναι μια ακόμη αποτύπωση τάσεων. Είναι ένας έγκαιρος συναγερμός — και ταυτόχρονα ένας οδικός χάρτης. Η πολιτεία γνωρίζει πια με σαφήνεια τι ζητά η κοινωνία· η αγορά ξέρει τι οφείλει να διορθώσει· οι θεσμοί έχουν τα δεδομένα που χρειάζονται για να μετρήσουν το αποτύπωμα των παρεμβάσεων. Το αν το 2026 θα γίνει αφετηρία αποκλιμάκωσης ή ακόμη μια χρονιά συμπίεσης, θα κριθεί από το αν τα ευρήματα μετατραπούν σε πράξεις. Και εδώ, δεν υπάρχει πολυτέλεια χρόνου.

You may also like